Η νοητική επικοινωνία και οι συνέπειες της

epikoinvniaΕίναι φορές που αναρωτιόμαστε γιατί στην επικοινωνία μας με τους άλλους νιώθουμε ότι δεν ακουγόμαστε, δεν μας λαμβάνουν σοβαρά και μας αγνοούν.

Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει συνήθως πιο έντονα μέσα στην οικογένεια, καθώς μας το αντανακλά τα παιδιά ή ο σύντροφος μας.

Αρχικά το αποτέλεσμα που βλέπουμε στην επικοινωνία μας είναι στην μια περίπτωση ο άλλος να μας ακούει αδιάφορα και από ευγένεια και στην άλλη περίπτωση να υπάρχει αντιπαράθεση και αντίσταση.

Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνουμε λάθος, καταλήγουμε να μιλάμε μόνοι μας και  μας ακούμε εμείς οι ίδιοι;

Το βασικότερο στην επικοινωνία είναι η πρόθεση που βάζουμε.

Τα κίνητρα που έχουμε πριν ξεκινήσουμε μια συζήτηση.

Μήπως θέλουμε να αλλάξουμε αυτόν/αυτή που έχουμε απέναντι μας;

Μήπως θέλουμε να αλλάξουμε μια κατάσταση, να χειραγωγήσουμε, να ελέγξουμε, να πείσουμε, να διαπραγματευτούμε, ή να εξηγήσουμε;

Αν ναι τότε χρειάζεται να δούμε ότι κάνουμε συζήτηση και επικοινωνούμε μέσα από το ΕΓΩ μας και για το ΕΓΩ μας.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον άλλο ούτε όμως και την κατάσταση, μπορούμε όμως να αλλάξουμε στάση εμείς απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις.

Όταν θέλω να αλλάξω τον άλλο, ουσιαστικά είναι ότι δεν θέλω να ξεβολευτώ εγώ ο ίδιος από την κατάσταση που έχω δημιουργήσει και είναι προτιμότερο να αλλάξει ο άλλος.

Έτσι χειραγωγούμε, ελέγχουμε και εξηγούμε για να φέρουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα που ουσιαστικά κρύβει το δικό μας αμετακίνητο.

Όταν διαπραγματεύομαι είναι απαραίτητο να δω το κίνητρο πίσω από την διαπραγμάτευση.

Τις περισσότερες φορές διαπραγματευόμαστε από φόβο γιατί δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε τις θέσεις μας, δεν γνωρίζουμε καλά, καλά κι εμείς οι ίδιοι τι θέλουμε. Αυτό δημιουργεί αδυναμία και έλλειψη οριοθέτησης.

Δεν είμαστε ξεκάθαροι και η έξω διαπραγμάτευση δείχνει πεντακάθαρα την εσωτερική διαπραγμάτευση.

Όταν θέλουμε να εξηγήσουμε και να δικαιολογηθούμε, συνήθως είμαστε σε μια κατάσταση άμυνας, ενοχής και αμφιβολίας εσωτερικά για το αν πράττουμε σωστά ή λάθος, οπότε μπαίνουμε στην εξήγηση και την δικαιολογία, σε έναν  φαύλο κύκλο διαπραγματεύσεων για να πείσουμε τον άλλο για τις θέσεις μας, ενώ πρώτα πρέπει να πείσουμε και να υποστηρίξουμε τον ίδιο μας τον εαυτό για αυτό που θέλουμε.

Όταν ΕΙΜΑΙ δεν χρειάζεται να ΦΑΙΝΟΜΑΙ.

ΦΑΙΝΟΜΑΙ όταν δεν ΕΙΜΑΙ.

Όταν θέλω να ξέρω τι κάνει ή τι θα κάνει-αποφασίσει ο άλλος , εξαρτώ την δική μου συμπεριφορά από τις αποφάσεις του άλλου. Σε κάθε περίπτωση αποφασίζει ο άλλος για εμένα κι όχι εγώ για τον εαυτό μου.
Ενώ σπρώχνω για να μετακινηθεί και να πάρει αποφάσεις, ουσιαστικά παγιώνω το δικό μου αναποφάσιστο να μην μετακινηθώ από τις δικές μου θέσεις.

Όταν πιστεύουμε ότι ο άλλος δεν καταλαβαίνει και προσπαθούμε να του αποδείξουμε κατ’επανάληψη αυτό που υποτίθεται ότι δεν καταλαβαίνει, είναι γιατί εμείς δεν καταλαβαίνουμε ότι δεν θέλει να καταλάβει, τότε σπρώχνουμε και αντιστεκόμαστε σ αυτό που συμβαίνει εκείνη την στιγμή, επειδή έχουμε άρνηση.

Δεν μπορούμε και δεν χρειάζεται να επιβάλουμε στον άλλο τις δικές μας σκέψεις, αποφάσεις και νοοτροπία.
Έχει τις δικές του,  γι αυτό χρειάζεται να του κάνουμε χώρο ώστε να τις εκφράσει.

Έτσι όταν κάνω μια συζήτηση με τις προθέσεις που ανέφερα πιο πάνω μπαίνω σε μια νοητική κουβέντα που μιλάει το εγώ μου χωρίς να συμπεριλαμβάνω την κατάσταση ή το πρόσωπο που έχω απέναντι.

Αποκλείω εκ προοιμίου και δεν έχω καθόλου επίγνωση πως επικοινωνώ, δεν συμπεριλαμβάνω.

Τα αποτελέσματα της κουβέντας θα είναι βαριεστημένοι άνθρωποι γύρω μας ή αντίδραση και αντίσταση.

Δεν εξομαλύνεται καμιά κατάσταση αλλά αντίθετα οξύνεται και φέρνουμε εντελώς αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα.

Η αντίσταση δημιουργείται κι από τις δυο πλευρές γιατί όσο βρισκόμαστε στην κατάσταση του να επιτύχουμε τον στόχο μας, χάνουμε το ενδιάμεσο διάστημα που συμπεριλαμβάνει την αίσθηση και τον ψίθυρο της κατάστασης που εξελίσσεται εκείνη ακριβώς την στιγμή.

Ο φόβος και οι ενοχές δημιουργούνται γιατί στην προσπάθεια μας να επικοινωνήσουμε έξω δεν έχουμε καμία επαφή με το μέσα μας.

Εγκαταλείπουμε και απορρίπτουμε τον εαυτό μας προσπαθώντας να πείσουμε τους άλλους, αποφεύγοντας να ρίξουμε το κέντρο βάρους πρώτα σε εμάς κι αυτό που βιώνουμε συναισθηματικά.

Οι άλλοι αποκτούν μεγαλύτερη αξία γιατί επικοινωνούμε μέσα από εξάρτηση και στο τέλος νιώθουμε ενοχές που δεν τα καταφέραμε αρκετά καλά.

Ουσιαστικά οι ενοχές είναι για τον ίδιο μας τον εαυτό που σχεδόν ποτέ δεν τον βάζουμε σε προτεραιότητα.

Θυμώνουμε όταν νιώθουμε την δυστοκία στην επικοινωνία και νιώθουμε απόρριψη, ενώ εμείς οι ίδιοι απορρίπτουμε τον εαυτό μας όταν δεν έχουμε επαφή μαζί του.

Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική επικοινωνία αν πρώτα δεν μάθουμε να συμπεριλαμβάνουμε αυτόν που έχουμε απέναντι μας και δεν του κάνουμε χώρο ώστε να αναπτύξει και τις δικές του απόψεις χωρίς καμία παρέμβαση ή προσδοκία να του τις αλλάξουμε.Πρωταρχικά όμως χρειάζεται να συμπεριλάβουμε τον εαυτό μας.

Να μάθουμε να ακούμε και να αντιλαμβανόμαστε, προϋποθέτει να είμαστε παρόντες στην στιγμή και σε κάθε στιγμή που εκτυλίσσεται η επικοινωνία.

Η αλλαγή έρχεται όταν παραιτείσαι από το αποτέλεσμα κι από το προσδοκώμενο.

Η επικοινωνία γίνεται ουσιαστικότερη όταν έχουμε επαφή με τον εαυτό μας και τα συναισθήματα μας, ενώ ταυτόχρονα συμπεριλαμβάνουμε την κατάσταση με τον συνομιλητή μας.

Η σύνδεση που γίνεται μέσα από την ισορροπία νοητικού και συναισθήματος είναι διαφανή, αυθεντική και έχει μεγάλη δύναμη.

One thought on “Η νοητική επικοινωνία και οι συνέπειες της

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s