Χρόνια πολλά

el_greco_resurrection_1577_9

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος,
Η Ανάσταση

Έτσι έλεγε η νύχτα και περίμενε τη θαυμαστή ώρα ν’ ανάψουν στα γαλάζια βουνά, και στα άσπρα νησιά του Αρχιπελάγου, και στα φαράγγια, και στις πολιτείες, τα μηνύματα της ελπίδας. Η μέλισσα πέταξε το καλοκαίρι μες στον ήλιο που στραφτοκοπούσε πάνω στο θυμάρι και στον ανθό, έκανε μέλι καλό, έκανε κερί κίτρινο. Το κερί έφτασε στα χέρια των ανθρώπων, ο γέροντας ιερέας με τα’ άσπρα μαλλιά φάνηκε στην ωραία πύλη κρατώντας το φως.

Το φως περνά απ’τα χέρα του στα κίτρινα κεριά, περνά στη νύχτα, περνά αναστάσιμα στις καρδιές των ανθρώπων. Η μάνα μας στέκεται στην πόρτα του καλυβιού, με τη φλόγα του κεριού κάνει σταυρό στην πόρτα, ύστερα περνά το κατώφλι. Τα καλύβι είναι στο φαράγγι· το καλύβι είναι πλάι στη θάλασσα – μυρίζει χταπόδι και ψαρική. Η μάνα μας σταυρώνει τα μικρά της που δεν ξυπνήσαν, σβήνει το κερί, το βάνει πλάι στα εικονίσματα. Βγαίνει με τον άντρα της όξω και κοιτάζει με σιγουριά τη νύχτα.

«Χριστός Ανέστη!»
Η μάνα μας δε γελιέται. Ξέρει καλά το τι μέρες μέλλονταν στις μάνες που περάσαν πριν από κείνη σ’ αυτή τη γη, το τι μέρες μέλλονταν στις μάνες που θα περάσουν έπειτα από κείνη σ’ αυτή τη γη. Ξέρει πως πρέπει ν’ αναστήσει κόρες και γιους για να τυρρανιστούνε σ’ αυτό το χώμα και σ’ αυτή τη θάλασσα· να κάνουν να πιάσει η ελιά ρίζες στη ρίζα του βράχου, να πιάσει το παραγάδι ψάρι σε θάλασσα που στέρεψε.
Continue reading
Advertisements